Showing posts with label Αγγλία. Show all posts
Showing posts with label Αγγλία. Show all posts

Monday, August 25, 2014

Δεκαπενταύγουστος πρωί


Δεκαπενταύγουστος πρωί γύρω στις δέκα. Είμαι στην κουζίνα και  προσπαθώ να δροσιστώ αναζητώντας ένα ποτήρι κρύο νερό από το ψυγείο. Η τηλεόραση παίζει στη διαπασών και η στεντόρεια φωνή ενός ιερωμένου ακούγεται από άμβωνος να παροτρύνει τον κλήρο να αντιδράσει στα μέτρα λιτότητας . Μια έξοχη πολιτική ομιλία επί παντός επιστητού, από κάποιον ντυμένο σε ολόχρυσα άμφια και έναν μεγάλο σταυρό στο πέτο, αξίας μερικών χιλιάδων ευρώ. Η κρίση δεν έχει ακουμπήσει καθόλου τον κλήρο-ένα από τα παράδοξα των τελευταίων ετών. Στο τέλος η εκκλησία των πιστών τραγουδά τον εθνικό ύμνο, σε κοντράστ με τους εκκλησιαστικούς ύμνους που τιμούν τη μεγαλόχαρη Παναγία που γιορτάζει. Καλωσήρθατε στην Ελλάδα της κρίσης. Οι ελπίδες των Ελλήνων έχουν εναποτεθεί στα θεία. Και πάντως όχι στη θεία επιφοίτηση στα κεφάλια των πολιτικών.

Όταν φτάσαμε στο Ελευθέριος Βενιζέλος με καθυστέρηση δύο ωρών, η αίθουσα αφίξεων ήταν αδειανή και ο ελάχιστος κόσμος που ακόμα κυκλοφορούσε βαριεστημένα δεν έδινε σημασία στους κουρασμένους ταξιδιώτες από το Λονδίνο. Η οικογένεια, μας υποδέχτηκε με μια ζεστή αγκαλιά που σε λίγο έγινε αφόρητα ζεστή με φόντο τους 35 βαθμούς κελσίου και τους 70 βαθμούς υγρασίας μερικά μόλις μέτρα έξω από το κτίριο. Είχαμε προσγειωθεί στην πατρίδα μετά από έξι μόλις μήνες απουσίας. Ένιωσα μια γροθιά να με χτυπά στο στήθος καθώς φορτώναμε τις αποσκευές στο αυτοκίνητο. Τίποτα δεν έμοιαζε το ίδιο. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Ακόμα και οι σφήνες στην Αττική οδό, από «γρήγορους» νέους με μικρά χάτσμπακ και χοντρά ζαντολάστιχα με τη μουσική στη διαπασών.

Η διαδρομή μέχρι το σπίτι στο Λαύριο ήταν αδιάφορη. Θυμόμουν απέξω κάθε φανάρι, κάθε στροφή και κάθε διάβαση. Η πλατεία μας ήταν ασυνήθιστα γεμάτη κόσμο, που έδειχνε να διασκεδάζει τριγυρνώντας με θορυβώδη μηχανάκια γύρω γύρω, παρότι η ώρα ήταν προχωρημένη. Όλοι με ένα παγωτό στο χέρι και ένα σουβλάκι. Πρότεινα να φάμε κι εμείς για να το γιορτάσουμε, όμως η παρέα έδειξε το κρεβάτι ως την ενδεδειγμένη λύση. Και το μωρό κοιμόταν ήσυχο στο κάθισμά του. Υποχώρησα. Στο κάτω κάτω οι διακοπές μας μόλις είχαν ξεκινήσει. Αυτό το θυμήθηκα και την επόμενη το πρωί στο σούπερ μάρκετ. Με λίγα ψώνια στη σακούλα η ταμίας μας ζήτησε 60 ευρώ. Θα ορκιζόμουν ότι η αξία των αποσμητικών μας και λίγων γαλακτοκομικών μαζί με ένα πακέτο pampers, δεν θα ξεπερνούσε τις 25 λίρες. Το είπα στη γυναίκα μου και απορημένοι ρωτήσαμε ξανά την ταμία. Δεν είχε γίνει κανένα λάθος όμως. Το επιβεβαίωσαν φίλοι και συγγενείς μας.

Τις επόμενες ημέρες διαπιστώσαμε ότι το λάθος δεν ήταν δικό μας. Σε μια χώρα που διανύει τις χειρότερες στιγμές της πρόσφατης ιστορίας της, οι μισθοί έχουν καταβαραθρωθεί και οι τιμές στα τρόφιμα και τα βασικά είδη ανάγκης παραμένουν αμετάβλητες-αν δεν έχουν αυξηθεί κιόλας. Ρωτάω γνωστούς και φίλους, πως γίνεται να επιβιώσεις με τέτοιες τιμές στα καταστήματα, στη βενζίνη, στις υπηρεσίες. Κανείς δε φαίνεται να ξέρει την απάντηση γιατί όλοι αλλάζουν θέμα αμέσως, σα να θέλουν να ξορκίσουν ένα δαίμονα που απειλητικά πετάει πάνω από τα κεφάλια τους. Μάλλον τον ΕΝΦΙΑ που είναι ένα ακόμα χαράτσι στην ακίνητοι περιουσία των Ελλήνων, που ισοδυναμεί με δήμευση περιουσίας. Καθώς όλοι σχεδόν καλούνται να πληρώσουν από 1000 ευρώ για τα παμπάλαια διαμερίσματα που κληρονόμησαν από τους γονείς τους. Ναι. Όλοι οι μαυρισμένοι από τα θαλάσσια μπάνια Έλληνες, που ανέμελοι απολαμβάνουν τον καφέ δίπλα στο κύμα. Καφές που ευτυχώς είναι ακόμα φτηνός. 1 και 20 λεπτά για ένα φρέντο δεν είναι τίποτα -δόξα το θεό. Για καφέ άλλωστε ήταν και οι υπάλληλοι στο δημαρχείο Λαυρίου, όταν πήγαμε για να προμηθευτούμε ορισμένα δικαιολογητικά για τα διαβατήρια μας. Στην αστυνομία λίγο αργότερα, μας έκλεισαν φιλικά το μάτι με κατανόηση, γιατί τελικά όλα αυτά θα έμεναν αχρείαστα. Η εγκύκλιος είχε αλλάξει και χρειαζόμασταν διαφορετικά χαρτιά. Η θερινή ραστώνη βλέπετε. Τα μπάνια του λαού.

Αποφασίσαμε κι εμείς να κάνουμε μπάνιο στη θάλασσα λοιπόν, δέκα λεπτά από το σπίτι μας. Η πρώτη ευχάριστη έκπληξη της χρονιάς-ότι η θορυβώδης καντίνα-μπάρ δεν είχε πάρει άδεια και άρα η πλάζ ήταν αδειανή από ξαπλώστρες και καρέκλες- επισκιάστηκε από τους τόνους αποτσίγαρα και σκουπίδια παντού τριγύρω. Δε θυμάμαι ειλικρινά να έχω δει τόσες γόπες ανά τετραγωνικό σε δημόσια παραλία, ποτέ άλλοτε. Βέβαια μου τόνισαν ότι άλλοτε υπήρχε ο ιδιώτης που εκμεταλλευόταν την δημόσια πλάζ νοικιάζοντας τις ξαπλώστρες και τις ομπρέλες αντί αδρής αμοιβής. Και αντί κράτησης, τα σαββατοκύριακα. Τότε δεν υπήρχε ρύπανση. Μόλις ανέλαβε τα καθήκοντα συντήρησης ο δήμος, έπαψε να είναι προτεραιότητα η δημόσια υγεία. Και ο θεοσεβούμενος Έλληνας, ένιωσε ελεύθερος να καπνίσει και να πιεί τον φτηνό καφέ του δίχως φόβο και περιορισμούς, ρυπαίνοντας ελεύθερα το περιβάλλον. Επιστροφή στη δεκαετία του 80 ολοταχώς, λοιπόν. Ψάθες, ομπρέλες, πλαστικές καρέκλες και οικογένειες καθισμένες κατάχαμα, γύρω από σουβλάκια, αναψυκτικά και μικρά ραδιοφωνάκια που παίζουν επιτυχίες. Λίγο παρακάτω, υπολείμματα μιας χτεσινοβραδινής φωτιάς και μπουκάλια από μπύρες και κάποιο νεανικό πάρτι. Η θάλασσα γαλάζια και μερικές βάρκες στο βάθος δίνουν το στίγμα. Το καλοκαίρι που η τηλεόραση διαφημίζει παντού σε όλο τον κόσμο, είναι εδώ. Και τα ρεκόρ αφίξεων καταρρίπτονται καθημερινά, με χιλιάδες τουρίστες να καταφτάνουν με απανωτά τσάρτερ. Ίσως η οικονομία τελικά να είναι σε φάση ανάπτυξης. Δεν ξέρω αλήθεια. Εγώ δεν είδα να αναπτύσσεται τίποτα περισσότερο από τη μιζέρια και τη φτήνια τριγύρω μου. Και την απόγνωση.

Χρειάστηκε να κατεβούμε στο κέντρο της Αθήνας για να πάμε στην τράπεζα. Το Κολωνάκι ίδιο και απαράλλαχτο, τα Εξάρχεια αδειανά, η Πατησίων μοιάζει με έρημο τοπίο, ο Άγιος Παντελεήμονας γεμάτος παιδιά που παίζουν. Νέα καταστήματα έχουν ανοίξει στη γειτονιά. Βουλγάρικα κυρίως αν καταλαβαίνω καλά τις περίτεχνες ταμπέλες. Απορώ γιατί η κίνηση είναι περιορισμένη το πρωί, σε αντίθεση με το βράδυ, που πλήθος κόσμου φαίνεται να πηγαίνει κάπου. Δίχως συγκεκριμένη κατεύθυνση. Μια οικογένεια τσιγγάνων από τη Ρουμανία, τρώει γύρω από ένα παγκάκι στο πεζοδρόμιο, την ώρα που η μητέρα αλλάζει πάνα στο μικρότερο παιδί της. Είναι προχωρημένη η ώρα, μετά τις 11 και παρατηρώ τους ανθρώπους. Η Αχαρνών μοιάζει απέραντη σαν διάδρομος προσγείωσης με πυκνή βλάστηση δεξιά κι αριστερά της. Η ζέστη αφόρητη και πηχτή σε κάνει να θες να σταθείς κάτω από τους καταρράκτες του Νιαγάρα για να δροσιστείς. Η απλά να χωθείς στα λίγα τετραγωνικά που σου αναλογούν στην πόλη και να ανοίξεις το κλιματιστικό στο τέρμα.  Το μυαλό αυτόματα γυρίζει στο καινούργιο μας σπίτι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά και νιώθω πρωτόγνωρα εγκλωβισμένος ανάμεσα στο «πριν» και το «μετά» της ζωής μας. Δεν ξέρω που πατάω και που βρίσκομαι. Αυτό που άφησα πίσω μου είναι χειρότερο από όσο φανταζόμουν. Και αντί για νοσταλγία παρακαλώ να περάσουν οι μέρες να επιστρέψουμε πίσω.

Τελικά όλη η οικογένεια, γνωστοί και φίλοι μαζευόμαστε γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι της ταβέρνας να γιορτάσουμε τα γενέθλια του παιδιού μας. Πιάτα πάνε κι έρχονται, οι μεζέδες είναι καταπληκτικοί και το τσίπουρο δροσερό. Οι γνωστοί σπαρταριστοί διάλογοι, οι ψευτοτσακωμοί, τα χωρατά, τα ανέκδοτα. Τα παιδιά μας φουσκώνουν μπουρμπουλήθρες φτιαγμένες από σαπούνι και νερό και τρέχουν γύρω από τα τραπέζια και για μια στιγμή αφήνομαι να ταξιδεύω κι εγώ στο Ελληνικό καλοκαίρι, στον ήλιο, στο δροσερό αεράκι της θάλασσας, στα πρόσωπα των ανθρώπων που αγαπώ. Σε λίγο έρχεται ο λογαριασμός, οι καλεσμένοι πρέπει να φύγουν για τα δικά τους σπίτια και το γλυκό με τα κεράκια έχει απομείνει στο κέντρο του τραπεζιού να θυμίζει το μεγάλο γλέντι που προηγήθηκε νωρίτερα. Την ίδια αίσθηση φιλοξενίας και αγάπης συγκρατώ από ένα μικρό ταξίδι που κάνουμε στην Κόρινθο να δούμε κάποιους άλλους καινούργιους φίλους. Άγνωστοι μέχρι χτές, γνωστοί και αγαπημένοι από εδώ και μπρος. Με καρδιά γεμάτη ευχές και τραπέζια γεμάτα λιχουδιές, μένεις να απορείς. Αυτοί οι άνθρωποι τελικά είναι που κάνουν τη διαφορά στην Ελλάδα. Οι ανθρώπινες σχέσεις, η επαφή, η ανιδιοτελής προσφορά σε αντιδιαστολή με τις εικόνες κατοχής και παρακμής που επικρατεί στους δημόσιους χώρους. Όλα αυτά με κάνουν να υποφέρω ακόμα περισσότερο γιατί μεγαλώνουν το δίλημμα μέσα μου. Υπέρ και κατά, καλά και άσχημα, ωραίες εμπειρίες ανακατεμένες μαζί με τις ανυπόφορες. Ζωή και παραίτηση συνυπάρχουν ταυτόχρονα και κανείς δεν τολμά να προβλέψει το μέλλον γιατί όλοι νιώθουμε την ίδια ανασφάλεια. Δεν εξαρτάται από εμάς, τίποτα πια. Παρά μόνο η στιγμή η ίδια. Η στιγμή που θα δώσουμε ή θα πάρουμε κάποιο νεύμα συμμετοχής στις ζωές των άλλων. Ανάσες ανθρωπιάς και αλληλεγγύης. Ανιδιοτελής αγάπη.

Και κάπως έτσι, με μια γεύση γλυκιά από παστέλι στο στόμα και ανάμικτα συναισθήματα, κλείνω τις πρώτες μου εντυπώσεις σαν τουρίστας στη χώρα που γεννήθηκα. Ομολογώ πως δεν έχω αποφασίσει αν θέλω να επιστρέψω ξανά σύντομα, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Η καρδιά μου λέει πως ναι, το μυαλό μου αρνείται να συζητήσει την πιθανότητα. Το αφήνω στην τύχη και στην ελπίδα του ξενιτεμένου πως κάτι θα αλλάξει στο τέλος, πως κάτι θα είναι διαφορετικό την επόμενη φορά. Εκτός από το χρόνο που άγαρμπα θα έχει συσσωρευτεί στις ψυχές και τις ζωές μας βαραίνοντας τις σκέψεις και τις εντυπώσεις μας. Και όπως είπε και ένας φίλος μου τις προάλλες, η λέξη «νόστος» δεν υπάρχει στην Αγγλική γλώσσα.


Ίσως και για καλύτερα…

Sunday, March 16, 2014

Αύριο, μια άλλη χώρα


Δανείζομαι τον τίτλο του βιβλίου της Σώτης και γράφω μετά από πολύ καιρό

Αυτή τη στιγμή έχουν αλλάξει τόσα πολλά στη ζωή μου που δεν έχει και πολύ σημασία να μπω σε λεπτομέρειες.

Βρίσκομαι σε μια ξένη χώρα, στην Αγγλία, μαζί με την οικογένεια μου και κάνουμε μια καινούργια αρχή γενικώς και ειδικώς.

Και ήθελα να γράψω μερικά λόγια γι'αυτό

Βασικά στην Αγγλία είχαμε έρθει αρκετές φορές μαζί με την Κλαίρη μου γιατί μας άρεσε πάρα πολύ τουριστικά. Όλο αυτό το "παραμύθι" της Αγγλίας είναι πολύ θελκτικό γιατί αυτή η χώρα πραγματικά αποπνέει μια μαγεία με τις pubs, το ποδόσφαιρο, το Λονδίνο της (τουριστική ατραξιόν πρώτης τάξης), τη γλώσσα που όλοι μαθαίνουμε ως δεύτερη από το δημοτικό σχολείο και ένα σωρό άλλα μικρά και μεγάλα πράγματα

Όταν έρθεις για μόνιμη εγκατάσταση όμως τα πράγματα είναι ή γίνονται αρκετά διαφορετικά. Μπαίνεις στη διαδικασία να κάνεις συγκρίσεις με το παλιό, ότι κι αν ήταν αυτό και οι συγκρίσεις ποτέ δεν έχουν τελειωμό ή νόημα. Απλά όταν είσαι μικρός στην ηλικία δεν έχεις προλάβει να παγιώσεις κάποια στάση ζωής, νοοτροπίες και αντιλήψεις και δεν έχεις τις εμπειρίες να υποστηρίξουν τις επιλογές σου. Κοντολογίς είσαι εύπλαστος

Κοντά στα 40 όμως, με οικογένεια και ήδη τη μισή ζωή πίσω σου, είναι κομματάκι δύσκολο να προσαρμοστείς και να συνυπάρξεις με τη διαφορετική κουλτούρα. Και αυτό φαίνεται στην καθημερινότητα και σε πολλές εκφάνσεις της. Στα ψώνια, στη διασκέδαση, στη μετακίνηση, στις συναλλαγές με το σύστημα, στην κοσμοθεωρία σου

Είναι ακόμα πολύ νωρίς για τα οποιαδήποτε συμπεράσματα, που άλλωστε είναι υποκειμενικά και εξαρτώνται ως επί το πλείστον από τα ατομικά του καθενός βιώματα. Πάντως είναι δύσκολο να φεύγεις μετανάστης, πολύ πιο δύσκολο απ' όταν είχα φύγει 18 χρονών για σπουδές στην Ιταλία, την πρώτη φορά που ξενιτεύτηκα. Χρησιμοποιώ τη λέξη μετανάστης γιατί πήρα τα πράγματα μου και την οικοσκευή μου και όχι απλά μια βαλίτσα. Εγκαταστάθηκα κανονικά και ψάχνω για δουλειά. Η γυναίκα μου δουλεύει και ο γιός μου πάει σχολείο. Μετανάστης λοιπόν, όχι τουρίστα, ούτε περαστικός

Είναι φορές που μου αρέσει εδώ πάρα πολύ, είναι φορές που δε μου αρέσει και τσαντίζομαι. Ξέρω πως τα πάντα είναι μια συνήθεια και καθαρά θέμα εξοικείωσης. Η αλήθεια είναι πως χρειάζονται πολλά χρήματα εδώ για να ζείς καλά, περισσότερα απ' ότι στην Ελλάδα, τόσο σε μισθό, όσο και για να μετακομίσεις και να στήσεις το σπιτικό σου. Είναι βλέπετε τελείως άλλη η φάση της ζωής, δηλαδή δε συμβιβάζεσαι με μια φοιτητική επίπλωση, ούτε με το λεωφορείο. Όχι γιατί ζούσες πλούσια στην Ελλάδα, αλλά γιατί είναι διαφορετικές οι ανάγκες. Και οι ανάγκες σε καθοδηγούν.

Στεναχωριέμαι που συνειδητοποιώ πόσο καλά περνούσαμε στην Ελλάδα, έστω ανεχόμενοι αυτό το παρηκμασμένο κράτος-φάντασμα-εκδικητή-τύραννο. Περνούσαμε πάρα πολύ καλά γιατί είχαμε τους δικούς μας ανθρώπους κοντά, με τα ελαττώματα τους, αλλά γενικότερα γιατί η Ελλάδα προσφέρει ανώτερη ποιότητα ζωής απ' ότι η Αγγλία. Δηλαδή ο ήλιος, η θάλασσα, το χώμα, η εξοχή, το χρώμα του ουρανού στην Ελλάδα είναι ζωντανά, είναι δικά σου. Είσαι και γίνεσαι κομμάτι τους. Εδώ είναι κάποιων άλλων, είναι μακριά παρότι κοντά, είναι άλλα τα χρώματα παρότι χρώματα της ίδιας ίριδας, είναι άλλες οι γεύσεις παρότι ίδια τα υλικά, τα πάντα είναι κάτι άλλο παρότι μοιάζουν γνώριμα τα σχήματα και οι διαστάσεις

Περνούσαμε καλά στο περιθώριο των εξελίξεων, έξω από τις ράγες της Ευρωπαϊκής κανονικότητας. Έξω από τη λογική, την οργάνωση και τα συστήματα της Αγγλίας, τα σύγχρονα και τα τελευταία επιτεύγματα της τεχνολογίας που όντως βοηθούν τους ανθρώπους και τις κοινωνίες τους. Περνούσαμε καλά, παρότι υποφερτά μερικές φορές, παρότι μας ζάλιζαν τον έρωτα οι δημόσιες ασυναρτησίες και τα πάμπολα προβλήματα της συμβίωσης μας με άλλους Έλληνες. Νομίζω πως δε δίνω άφεση αμαρτιών, αλλά μπροστά σε ένα τσίπουρο με μεζέ ή ένα φραπέ και ένα τσιγαράκι άλλοτε, πολλά από τα δεινά της πατρίδας εξαυλώνονταν και γίνονταν ευκολότερα

Στεναχωριέμαι που καταλαβαίνω πόσο λάθος είχα όταν καταριόμουν την πατρίδα μου για όλα τα άσχημα και τα κακά που μου είχε κάνει και που συνεχίζει να μου κάνει επειδή την κυβερνάνε αλήτες και κλέφτες και προδότες. Η καημένη η Ελλάδα μας είναι μια σταλιά πατρίδα, μια μικρή χώρα που δε μπορεί να σταθεί στα καχεκτικά της πόδια, έτσι όπως ξαναγεννήθηκε μετά την επανάσταση του 1821. Το καταλαβαίνω τώρα, ζώντας σε ένα κράτος ισχυρό, πλούσιο, με οικονομία δυνατή και κραταιά. Το καταλαβαίνω τώρα που βρίσκομαι να ζω στην πλευρά του δυνατού, του εξουσιαστή, του κυβερνήτη. Και βλέπω την πατρίδα μας να μη μπορεί να τραφεί όσο χρειάζεται, να μη μπορεί να αρθρώσει λόγο πειστικό, γιατί είναι μια σταλίτσα κλεισμένη τριγύρω από εχθρικούς και αδιάφορους λαούς

Η Ελλάδα κάποτε ήταν δυνατή και πρωτοπόρα γιατί είχε τις δυνατότητες να επεκταθεί στο χώρο της. Τριγύρω. Να πατήσει εδάφη, να κάνει εμπόριο ανταγωνιστικό, να απλώσει την οικονομία της. Και όταν τα εδάφη μίκρυναν ή έγιναν απροσπέλαστα η Ελλάδα άπλωσε χέρια και πόδια στη θάλασσα και έγινε μέγα της θαλάσσης κράτος. Και στα πέρατα του κόσμου ο ταξιδιώτης Έλληνας (δηλαδή η ελεύθερη ψυχή του ανθρώπου που κομίζει το φως της γνώσης-ο Προμηθέας) άφησε το σημάδι του. Δυστυχώς όχι πια σήμερα. Οριστικά όχι. Και το καταλαβαίνω ζώντας πια σε μια χώρα δυνατή, κραταιά, με οικονομία ακλόνητη, με προοπτικές. Ζώντας στην άλλη μεριά, στην πλευρά του ισχυρού, του εξουσιαστή, του παράγοντα που έχει επιλογές και ορίζει το μέλλον του.

Η καημένη η Ελλάδα μας δε μπορεί να σταθεί στα πόδια της μόνη της, να αρθρώσει λόγο πειστικό, να ευημερήσει. Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι ένα μικρό κράτος σαν την Ελλάδα δε μπορεί να κάνει την αυτοκάθαρση του, να ευπρεπιστεί, να οργανωθεί και να εκδημοκρατιστεί, ώστε να πάρει τη θέση που του αρμόζει στο τράπεζι της διεθνούς κοινότητας με αξιώσεις αντάξιες του πολιτισμού και της ιστορίας της. Και βέβαια μπορεί και βέβαια μπορούμε. Απλά είναι δύσκολο και θέλει μεγάλη προσπάθεια. Και αυτό δεν το ξεχνώ, όπως δεν ξεχνώ τους λόγους που φύγαμε από την πατρίδα, που ξεριζωθήκαμε προσπαθώντας να γλιτώσουμε από τη δίνη της κρίσης. Να γλιτώσουμε εμείς αλλά και ο γιός μας. Να μη χαθούμε στη μαύρη τρύπα της αβεβαιότητας και της απελπισίας, χωρίς να φταίμε

Χαίρομαι που ζούμε σε μια χώρα την Αγγλία, που μπορούμε να κάνουμε επιλογές, που έχουμε ασφάλεια, ισορροπία και ευημερία. Που -τέλοσπάντων- θα έχουμε το χρόνο και τις ευκαιρίες να σταθμίσουμε τα θετικά και τα αρνητικά και να πάρουμε τις αποφάσεις μας και να χαράξουμε το δρόμο μας απερίσπατοι. Εδώ σε βοηθάνε όταν δουν πως τους συμφέρει, σε σπρώχνουν γιατί ξέρουν ότι θα κερδίσουν από σένα. Εδώ σε βοηθάνε όταν δούν πως είσαι Έλληνας και όχι κουτοπόνηρος γραικός που νομίζει ότι τα ξέρει όλα. Εδώ σου δίνουν ευκαιρίες γιατί δίνουν ευκαιρίες σε όλους όσους έχουν ρισκάρει για να πάνε μπροστά. Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία

Κλείνω αυτό το πρώτο κείμενο από τη νέα μου πατρίδα με στίχους από το ποίημα του Κίπλινγκ με τίτλο "Αν μπορείς". Θα τα λέμε από αυτό εδώ το βήμα, όπως παλιά, με νέες εμπειρίες και περιπέτειες.

Να είστε σίγουροι:

........αν μπορείς να ονειρεύεσαι δίχως να γίνεις του ονείρου σου σκλάβος,
αν μπορείς να στοχάζεσαι δίχως τη σκέψη να κάνεις σκοπό σου,
αν μπορείς την λαμπρήν ανταμώνοντας Νίκη ή τη μαύρη φουρτούνα,
να φερθείς με τον ίδιο τον τρόπο στους δυο κατεργάρηδες τούτους......

........τότε θα 'ναι όλη η Γη σα δικιά σου, ως και κάθε που υπάρχει σε τούτη,
και —περισσότερο ακόμα— θε να 'σαι ένας άνθρωπος πλέριος, παιδί μου.