Tuesday, June 10, 2008

Θήτα

Θλίψη,Θάνατος,Θεός,Θαύμα
Κάπως μπερδεύονται μέσα μου όλα τα θήτα που κατεβάζει η κούτρα μου, όποτε πάω στο πατρικό μου.
Βλέπω τη μάνα μου σκυμένη να γράφει πάνω στο παλιό μας τραπέζι-προίκα της γιαγιάς μου, φορώντας ένα άσπρο νυχτικό, απορροφημένη στις υποθέσεις της, στη δουλειά και τις έγνοιες της.
Και πίσω της οι φωτογραφίες απο το γάμο της, νέο κορίτσι με μαύρα στιλπνά μαλλιά, με το άσπρο της νυφικό και τα γάντια της και δίπλα τον πατέρα μου να γελάει, σα να βλέπω τα μούτρα μου στον καθρέφτη.
Εχουν συμβεί τόσα πολλά.
Σκέφτομαι ότι άν κοιτάξω πολύ βαθιά μέσα μου, αν αποφασίσω να μπώ ξανά στην κοιλιά της, τότε θα είμαι πολύ ευτυχισμένος ξανά, και δε θα σκέφτομαι, ουτε θα ρωτάω πολλά, ούτε και θα νευριάζω μαζί της, ούτε και θα ελπίζω τίποτα, ούτε και θα με νοιάζει.
Ενα χαρούμενο μωρό θα είμαι για όλους. Ενα χαμόγελο.
Τη βλέπω απο μακριά και τη λυπάμαι, τη συμπονώ, θέλω να προσπαθήσω να την καταλάβω.
Αλλά έχουν συμβεί τόσα πολλά και τώρα πιά νομίζω ότι δε γίνεται να είμαστε -μάνα και γιός- , μιά νέα νύφη κι ένα χαρούμενο- στρουμπουλό μωρό. Ποτέ πιά.
Και βλέπω μιά κουρασμένη μάνα, να προσπαθεί να βρίσκει αφορμές για νά ναι κοντά στα παιδιά της, και πάνω που τα καταφέρνει, κλωτσά την τύχη της πιο πέρα.
Κλωτσά την αγάπη.
Και μένει μόνη της μέσα σε μιά Σαχάρα απο χαρτιά, σκυμμένη στο παλιό τραπέζι, να γράφει ώρες ατελείωτες, χαμένη σ ένα κόσμο άνυδρο-στεγνό και ραγισμένο, γεμάτο σκόνη και καταχνιά.
Με την άσπρη της νυχτικιά να περιφέρεται σαν φάντασμα, χτυπώντας ξεχασμένες πόρτες, ζητώντας να γυρίσει πίσω ο χρόνος, που πέρασε χωρίς να φταίει κανείς, χαμογελώντας με τόση θλίψη που δεν αντέχω να σκέφτομαι, κουτά κι απορρημένα, σιωπηλα.
Γιατί ρε μάνα?
Γιατί ρε γιέ?
Ν απλώνεις τα χέρια και να μη φτάνεις?
Να κόβεις τα χέρια σου και να ματώνεις?
Να μην κλείνει αυτή η πληγή?
Κι αποχωρώ απο το έργο αυτό ηττημένος, θλιμένος πρίγκιπας κι εγώ, πάνω σε άλογο θλιβερό, ντυμένος με τα ξεφτισμένα μου κουστούμια, τραβώντας ένα δρόμο περήφανο, μα τόσο διχασμένο..
Στρώσεις πάνω σε στρώσεις η καθημερινότητα, σα μούμια φασκιώνεται η μέρα, και ήλιος δε μπαίνει απ τα παράθυρα μας.
Και οι φιγούρες κιτρινίζουν λες και τις καίς με αναπτήρες και καντηλάκια με κόκκινα φυτίλια, σαν εικονίσματα, σαν τοιχογραφίες, και χάνουν τα χρώματα τους κι αρρωσταίνουν κι εξασθενίζουν οι μνήμες που σ έχουν θεμελιώσει άνθρωπο κι όχι απλά ζωντανό.
Κι αναρωτιέμαι.
Ποιό θαύμα και ποιά συγχώρεση μπορεί να είναι ο Θεός, σ αυτόν τον κόσμο?
Και κάποτε στο αχνό φώς, μιάς πρωτης μέρας αγαπημένης, να σηκωθείς απ το τραπέζι σου και αγκαλιαστουμε, μάνα.
Έχουμε τόσα Θήτα να ξορκίσουμε.

No comments: