Tuesday, June 5, 2007

Ένα τσιγάρο δρόμος

Τώρα που σβύνω ένα ακόμα τσιγάρο στο τασάκι ,είναι αργά για να κάνω κάτι.
Έχω όσα υλικά αγαθά χρειάζονται για να ‘μαι αυτάρκης.Κι όμως είμαι μια μαύρη τρύπα ,ένα κενό
Γιατί?
Αρκούν τα βίτσια για να γεμίσει το ποτήρι μου?
Αρκούν οι βόλτες,οι εμπειρίες?
Ένα τσιγάρο δρόμος ήταν η ευκαιρία μου να σε γνωρίσω ,αλλά πάντοτε βαριόμουν.
Βαριόμουν αφόρητα ,δεν έπαιρνα τα πόδια μου.
Και πάντοτε το τηλέφωνο χτυπούσε και κάτι άλλο βρισκόταν στη μέση για να μην έρθω.
Δεν ξερω το γιατί.
Και τώρα που έφυγες ,σκαλίζω τα σπλάχνα μου ,να βρω μια εξήγηση ,κι ανατριχιάζω.
Δεν έχει μείνει τίποτα.
Λένε πως η αγάπη ειναι σαν μια πηγή γεμάτη με νερό.
Άλλοι σταματούν και πίνουν ,άλλοι προσπερνούν ,άλλοι δε βλέπουν κάν ότι υπάρχει.
Και άλλοι -απλά-δε δίψασαν ποτέ.
Πρέπει να νοιώθω τύψεις που δεν έκλαψα για σένα?
Όλοι μου λένε πως πρέπει.
Άλλο ενα πρέπει ,και είναι ντροπή μου να είναι πρέπει και όχι θέλω.
Όμως δε θέλησα τόσα χρόνια ,και τι να λέω τώρα.
Δεν σε μισώ.
Δεν σ αγαπώ.
Απλά ποτέ μου δε σε γνώρισα ,και δεν το θέλησα ,δεν ένοιωσα την ανάγκη να το κάνω.
Κι ο κόσμος κλαίει τριγύρω μου ,κι εγώ δε βρίσκω δάκρυ να κυλήσει (έτσι για τους τυπους).
Το ψάχνω στην τσέπη μου αυτό το δάκρυ ,μα δεν υπάρχουν χρέη ,ούτε αλήθειες σ’ αυτή την τσέπη.
Έχει τρυπήσει μαζι με τις ελπίδες του κάποτε.
Δε μου λείπεις.
Δε σε πονάω.
Δεν το προσπάθησα ποτέ μου ,να γυρίσω το κλειδί για πάρτη σου ,να γυρίσω τη μίζα για σένα.
Δεν έβρισκα βενζίνη σε μια πόλη με χίλια βενζινάδικα.
Δεν έβρισκα λάστιχα καινούργια ,να μην γλιστρούν στη γειτονιά σου.
Ούτε τακάκια έβρισκα να σταματήσω έξω απ το σπίτι σου.
Και νοιώθω τύψεις για όλα.
Γιατί όταν το έμαθα βγήκα έξω και γέλασα.
Και ήπια.
Και πείραξα τις πουτάνες και τα λουλούδια.
Κι έκανα πως είμαι σκληρός -και ότι δε με νοιάζει.
Με νοιάζει?
Παρακαλώ το θεο να μου στείλει ενα δυνατό χαστούκι να ξυπνήσω.
Ξέχασα ν’ αγαπώ.
Ξέχασα γιατί αυθόρμητα δε βγαίνει.
Ξέχασα να ζωγραφίζω τριαντάφυλλα και πανσέδες.
Ξέχασα γιατί μ’ αρέσουν τ’ αρώματα και τα ανοιξιάτικα αγκαθάκια.
Ξέχασα να χορεύω όταν η άλλη μου καρδιά μου τραγουδά.
Ξέχασα να νοιάζομαι.
Λες και τα δυό πιστόνια που ανεβοκατεβαίνουν σε μια κάσα μέταλλο ,έχουν περισσότερα χιλιόμετρα διανύσει, απ’ τα δικά σου.
Και παραπάνω λάδια ,έκαψαν ,για να γυρίσουν το δικό μου κόσμο.
Όμως ποτέ δεν τα αγγάρεψα για πάρτη σου.
Σταυρώστε με.
Είμαι ένα κουφάρι αδειανό απο ζωή.
Ένας ρακοσυλέκτης ,ένα κάθαρμα.
Μ’ ένα στόμα που στάζει χολή ,κι ένα στομάχι που χωνεύει μίσος και θλίψη.
Ένα δοχείο αναμνήσεων και δηλητηριωδών αναθυμιάσεων.
Ένας τάφος αραχνιασμένος ,με δυο πιστόνια κέρινα ,να καίνε στ’ ανάθεμα μου.
Κι όλοι μου λένε χτυπώντας με φιλικά στην πλάτη:

ΚΟΥΡΑΓΙΟ

Τι αστείο που είναι να σου λένε κουράγιο ,όσοι εκείνη τη στιγμή ,έχουν την πολυτέλεια να φύγουν.
Και να κρυφτούν στο μπαμπακένιο ρόζ μαξιλάρι της ασφάλειας τους.
Κι εσύ να σκάβεις να βρείς νερό μες τη σαχάρα σου.
Απ τα πολλά χτυπήματα συνήθεια κατάντησε ο πόνος.
Και ηδονή.
Και κάυλα.
Και το κορμί σου που μετράει πληγές ,το ‘χεις κάνει εικόνισμα για το δικό σου βέβηλο ξωκλήσι.
Και το λατρεύεις σα σκήνωμα αγίου ,τόσο το θράσος της σάρκας σου.
Και μένει ένα μυαλό να κόβει με τα μάτια και τα κοιτάγματα του ,να κόβει οριζοντίως και καθέτως.
Νέες συντεταγμένες.
Μέσα σ’ αυτό το ατελείωτο κουβάρι από ανθρώπους.
Και σπίτια.
Και ζωές.
Και λείπει η αγάπη.
Και λείπει η ζωή.
Και ξανά τη θέση του εαυτού σου ,έχει πάρει η απώλεια.
Και πάλι-μάνα κουράγιο-ο τροχός γυρνάει και συνεχίζει να προχωρά ο κόσμος ολόκληρος λες και δεν πέρασε ούτε ένα δευτερόλεπτο.
Ανελέητος ο χρόνος ,δε σταματά ,δε φέρνει πίσω κανέναν πιά.
Άνοιξε ο διάδρομος ,με φώναξαν να πάω για τον τελευταίο σου ασπασμό.
Κι ήσουν ενα διαμάντι σπάνιο που ποτέ μου δεν σε γνώρισα.
Δε σ’ αγάπησα.
Δε σε μίσησα.
Κι όμως :
Ξέσκισες το πανί που έχω κάνει τοίχο,παραπέτασμα ,σφουγγάρι, για τα δικά ,τα αίματα μου.
Συγνώμη ,αρκεί?
Κάποτε ίσως ,σε μια άλλη ζωή ,να έχουμε πολλά να πούμε.
Στην τελική,
Ένα τσιγάρο δρόμος είναι ,τόσο,πολύ, κοντά.

1 comment:

Anonymous said...

mou arese poli, basika mou thimise kai pragmata. gratz loipon.