Friday, March 2, 2012

Κόκκινο Τραπεζάκι


Είχε αποφασίσει να ακολουθήσει τα φιλαράκια του στην εκδρομή στην πρωτεύουσα και ετοιμαζόταν πυρετωδώς. Μπορεί να ήταν μικρός, όπως του έλεγαν για να τον πειράξουν, αλλά τα είχε δει όλα τα πονηρά στο ίντερνετ. Δε μπορούσαν να τον ξεγελάσουν εκείνον, είχε γνώσεις και εμπειρίες με κάτι κοριτσόπουλα από την Αμερική πολύ προχωρημένα. Γυάλιζε το μάτι του από την προσμονή, του είχαν πει ότι θα τον τηλεφωνήσουν νωρίς το μεσημέρι ώστε να κανονίσουν το ραντεβού. Στη μάνα του δεν είχε πει τίποτα γιατί ήταν μονίμως αρνητική. Τι να ξέρει κι εκείνη, ίσα που φιλούσε τον πατέρα του στα πεταχτά κάτι Σαββατοκύριακα, για τα τυπικά του γάμου τους. Κι ας ήταν μαζί τόσα χρόνια. Φαίνεται πως ο έρωτας αυτοκτονεί από τη βαρεμάρα, μετά από λίγο καιρό, βοηθούν και  οι ίδιοι οι άνθρωποι με την αδιαφορία και τη ρουτίνα τους. Το μάτι του κόλλησε στο κόκκινο τραπεζάκι που είχε αγοράσει από το ΙΚΕΑ όταν είχε πρωτοανοίξει και το είχαν σε προσφορά δεκαπέντε ευρώ. Είχε πάει μαζί με το κορίτσι του, μόλις την είχε γνωρίσει κι εκείνη και ήθελε να της κάνει έκπληξη κερνώντας την πρωινό στο καφέ του μεγαθήριου στο αεροδρόμιο. Με τα ρέστα ήθελε να πάρει μερικές βλακείες για το δωμάτιο του, έτσι για να πει ότι το έκανε κι αυτό, γιατί συνέχεια άκουγε γι αυτό το ΙΚΕΑ από τη μάνα του, σχεδόν τον είχε πρήξει, ότι είναι σύγχρονο και φτηνό και να πάει για να ρετουσάρει λιγάκι το αχούρι με το σιδερένιο κρεβάτι. Ήταν φτωχικά στη Μενεμένη, μια τα κατάφερναν και μια όχι, η Θεσσαλονίκη είχε καταντήσει μια πόλη αφιλόξενη για τους ντόπιους, μπα που να σκάσουν οι Βούλγαροι και οι Πόντιοι που έπαιρναν όλα τα μεροκάματα και τα θελήματα στη γειτονιά. Του πήραν και το κορίτσι του κάτι άλλα παιδιά πιο έξυπνα που εξόν από πρωινά, μπουγάτσα και φραπέ σπαστό στο χέρι, κερνούσαν και ποτό το βράδυ. Και είχαν και αμάξια όμορφα γυαλιστερά με ζάντες, χαμηλωμένα, όχι ένα παλιό ασκόνα του πατέρα τους, με ψάθινο πλατοκάθισμα χιλιοτριμμένο. Κι αυτός είχε μείνει να κοιτάζει το ρολόι αφηρημένος που δεν περνούσε η ώρα να φύγουν, να την κοπανήσουν για λίγες μέρες, να ξεσκάσουν λιγάκι από τα βάσανα. Η κόρνα ακούστηκε κάτω από το περβάζι και ο μικρός κατάλαβε ότι είχε έρθει η ώρα. Πήδηξε στα σκαλοπάτια με ένα μικρό σάκκο στην πλάτη, και μ ένα σάλτο βρέθηκε αγκαλιά με τα φιλαράκια. Το τρένο αναχωρούσε σε μισή ώρα, προλάβαιναν. Είχε πολλή πλάκα η όλη κατάσταση, με τη μουσική στο τέρμα, το τρίξιμο της ανάρτησης και την ακατάσχετη ανεκδοτολογία που τους έπιανε όταν βρισκόντουσταν όλοι μαζί χωρίς σχολείο και φροντιστήριο. Τότε αυτός ήταν ο εαυτός του και ξεχνιότανε. Και άραζε πίσω και ταξίδευε μακριά, πέρα από τη Μενεμένη και την ομίχλη του χειμώνα, τα γκρίζα του Θερμαϊκού στο φόντο της διαδρομής, όταν συνόδευε τη μάνα του σε κάτι επισκέψεις κατ οίκον για μανικιούρ και πεντικιούρ. Άναψε και τσιγάρο, φτηνό λαθραίο του προσφέρανε, ήταν εντάξει, πικρό και ασορτί με το τρένο που τώρα λίκνιζε ένα θαμπό όνειρο κατεβαίνοντας προς τα κάτω. Στη χαμουτζία, όπως την κοροϊδεύανε συχνά.  Τη χώρα των  κολασμένων διηγήσεων και του απαγορευμένου. Για εφηβεία μιλάμε τώρα, δικαιολογημένος αισθανόταν, σε ποιόν να απολογηθεί? Στο κορίτσι που του φυγε γιατί ήταν μπατίρης? Η μήπως στα μεροκάματα που έφευγαν κι αυτά χωρίς να κάνει κάτι? Όμως το ήξερε ότι δεν έφταιγε αυτός, αλλά οι Βούλγαροι και οι Πόντιοι, που μαγαρίζαν ακόμα και την Αριστοτέλους, κάτι Σάββατα βράδια, κάτι γιορτές με τις βρωμοανάσες τους γεμάτες αλκοόλ και τα μάτια όλο λαγνεία κι επιθυμίες ανομολόγητες. Τα βλεπε, και τραβούσε και τη μάνα του από την άλλη. Πώς να την προστατεύσει? Αυτά σκεφτόταν και τιναζόταν δεξιά κι αριστερά, όταν το σκρίτς των φρένων ακούστηκε και ο ατμός τινάχτηκε ψηλά στη νυχτωμένη Αθήνα. Τον άρπαξαν μισοκοιμισμένο οι άλλοι, μπήκαν σ ένα ταξί, εκεί στο Σταθμό Λαρίσης είχε πολλούς της κίτρινης φυλής να βλαστημάνε για τους τουρίστες, όπως τους έλεγαν, που είχαν περιέργεια να δουν την πρωτεύουσα. Και τι να δουν δηλαδή, έτσι όπως τους είχαν καταντήσει οι κυβερνήσεις, κυρίως το ΠΑΣΟΚ δηλαδή, αυτός ο Αμερικάνος ο αθλητής πρωθυπουργός και οι μασόνοι βουλευτές του, που θα τους έπαιρναν τις άδειες για ένα ξεροκόμματο. Και βλαστημούσε, και έβριζε, -πωπω τον είχε σιχαθεί- έτσι ήταν στην Αθήνα λοιπόν? Καλά καθόταν αυτός στη βολή του μέσα στο δωμάτιο με το ίντερνετ και το τσάτ με τις πονηρές Αμερικάνες, τις έτοιμες για όλα, ποιος πρωθυπουργός και ποιοι μασόνοι, δεν καταλάβαινε τίποτα. Σταμάτησαν στη Φυλής μπροστά σ ένα σπίτι, σαν τα λαχανιασμένα κουτάβια, που ξερογλύφονται στη θέα του φαγητού και χτύπησαν την πόρτα. Οι παλμοί του είχαν ανέβει στο θεό, τα γόνατα έτρεχαν, είχε πάθε ταράκουλο και τσίμπησε το διπλανό του. Ρε τι είναι δω μέσα, πάμε να φύγουμε, πρωτού μας φάνε. Στο σκοτεινό σαλονάκι με τα παλιά έπιπλα και τα σαρακοφαγωμένα σανίδια, ο καπνός και η τσίκνα τρύπωσαν στα ρουθούνια του, παγώνοντας κάθε σκέψη. Ήταν διάφορες φάτσες, μούτρα, φοβήθηκε. Ξένοι με ανάσες βρώμικες, τίγκα στο αλκοόλ, με μάτια λάγνα, τους είχε ξαναδεί, κι όλοι μαζί κοιτούσαν το κουρτινάκι στο βάθος, ξοπίσω του οποίου μια φιγούρα έμοιαζε να κινείται νωχελικά. Ένα κορίτσι θα τανε σαν το δικό του, πάμε και στόιχημα. Έκανε έτσι στην τσέπη του βεβαιώθηκε πως κρατούσε μερικά χαρτονομίσματα, του έφυγε λιγάκι άγχος, ήταν έτοιμος νόμιζες για το ζωντανό, το αληθινό, αυτό που του χαν τάξει τα φιλαράκια. Να γίνει ο άντρας που έπρεπε, ο έμπειρος ο νταής, που τις κρατάει όλες στο χέρι. Έκανε ένα βήμα παραμερίζοντας, κάποιος τον έσπρωξε βγαίνοντας, τρέκλισε και σκόνταψε κάπου. Το κόκκινο τραπεζάκι ρε παιδιά. Το κόκκινο τραπεζάκι. Εκείνο του ΙΚΕΑ, αλλά πως βρέθηκε εδώ μέσα, για όνομα θεού. Δεν ήταν σύμπτωση, ήταν σημάδι, κι ας μην πίστευε αυτός στη μοίρα και τα περίεργα της, ήταν βέβαιος ότι εκείνος όριζε την τύχη του τη ρημάδα, η κάπως έτσι του έλεγε η μάνα του στο λεωφορείο, με φόντο τα γκρίζα του Θερμαϊκού. Έπιασε το καλάμι του, που είχε μπλαβίσει, έριξε μια ματιά ξοπίσω του, και την κοπάνησε χωρίς να πει κουβέντα, ανασαίνοντας βαριά πάνω στο πεζοδρόμιο, βγάζοντας ότι είχε το στομάχι του. Οι άλλοι τον συνέφεραν με δυο χαστούκια, βοήθησε και η ψύχρα, τα φώτα που κοκκίνιζαν τη νύχτα και τις ιστορίες της, και πήγανε παρακάτω. Ο έρωτας είχε ξανά αυτοκτονήσει.

No comments: