Monday, November 2, 2009

Χειμώνας



Μόλις πάρκαρα το αυτοκίνητο στο τσιμεντένιο υπόστεγο με τον πράσινο φράχτη, διέκρινα στο βάθος του κτήματος τον άσπρο σκύλο που κουνούσε χαρούμενα την ουρά του μόλις με μύρισε.
Η μυρωδιά του καμμένου πεύκου που έτρεφε το τζάκι, ήρθε να πάρει την ανατριχίλα που ένοιωσα, βγαίνοντας από τη θαλπωρή του αίρ-κοντίσιον στον παγωμένο αέρα της εξοχής.
Ο πατέρας ανάδευε μιά χούφτα κάστανα στη στάχτη, η μητέρα ήταν σκεπασμένη με μία πολύχρωμη μάλλινη κουβέρτα, και το ημίφως ζέσταινε τους ξύλινους τοίχους με μικρά χασμουρητά ευτυχίας.
Σε λίγο θα ξεκινούσε το παιχνίδι της ομάδας μου, που προτίμησα να το δώ σπίτι, αντί να πουντιάσω στην κερκίδα του γηπέδου.
Αναρωτήθηκα άν κάποιος απο τους φίλους μου θα τολμούσε να ξεμυτίσει από την αγκαλιά της γυναίκας του, για να συμμετέχει στο γνώριμο ενενηντάλεπτο ξεφωνητό μιάς Κυριακής απόγευμα, στο μακρινό Μαρούσι.
Κάποιος έβαλε στο ποτήρι μου μία γουλιά δωδεκάρι με μπόλικα παγάκια, και στο άλλο χέρι μου, πήρα μία χούφτα αλμυρά αμύγδαλα.
Ένοιωσα τόσο ευτυχισμένος, και τόσο τυχερός.
Η πόρτα άνοιξε και ο χειμώνας μπήκε για λίγο στο δωμάτιο.
Ήταν ένα χειμώνας γλυκός και πιτσιρίκος, σαν αυτά τα παιδιά που μόλις αρχίζουν να βγάζουν μαύρο χνούδι στα μάγουλα, και φοράνε σκουφιά για να ζεστάνουν τα κατακόκκινα αυτάκια τους, την ώρα που περπατούν σφυρίζοντας χαρούμενους σκοπούς.
Ένας παλιός γνώριμος, με το σακούλι γεμάτο παγωνιά, που κοντοστάθηκε να με κοιτάξει και να με χαιρετήσει.
Τον κάλεσα να καθήσει, αλλά δε θέλησε, είχε να πάει σε κάποιο άλλο σπίτι.
Μου έκλεισε το μάτι πονηρά και χάθηκε.
Το πρωί καβάλησα τη μοτοσυκλέτα μου να πάω στη δουλειά.
Τα γόνατα μου πάγωσαν και τα χέρια μου κρυστάλλιασαν μέσα από τα γάντια.
Σκέφτηκα την αγκαλιά της και το χουζούρι μας, εκεί σε μιά ζεστή γωνιά του κόσμου.
Κοίταξα μέσα από τα παράθυρα των αυτοκινήτων αναζητώντας ένα βλέμμα συμπαράστασης αλλά το μόνο που είδα ήταν βιασύνη, άγχος, και πρεμούρα.
Στη Βουκουρεστίου, στις κίτρινες πλάκες και τα μαρμάρινα ντουβάρια, είχε πέσει σιγή την ώρα που ο αέρας θρόιζε ανάμεσα στις ξεχασμένες καρέκλες των καφενείων. Όλοι μαζεμένοι πίσω από τις βιτρίνες να μορφάζουν χωρίς ν' ακούγονται, σα βουβός κινηματογράφος.
Έφτασα στο γραφείο κρυωμένος σχεδόν και η ζωή συνεχιζόταν χωρίς κανείς να καταλάβει ότι το χνώτο της είχε θολώσει τις διαθέσεις μας.
Ήταν χειμώνας, στρυφνός και γέρος, σαν τον αξύριστο λαχειοπώλη με τις σκληρές παλιοκαιρισμένες σόλες του, που χτυπούν στο αυτί και στο μάτι, την ώρα που περπατά βλαστημώντας την τύχη και την απελπισία του.
Ένα περιστέρι ράμφισε το τζάμι μου και γύρισα να το κοιτάξω.
Του έβαλα σπόρια για να έρθει μέσα και να φάει, αλλά τρόμαξε κι έφυγε.
Και τότε ένοιωσα απέραντη μοναξιά.


No comments: