Monday, March 9, 2009

Άνοιξη


Ήταν εφτά το απόγευμα και είχα μάθημα στην Κηφισσιά.
Βγήκα στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου, ένα μπαλκόνι μεγάλο σαν ταράτσα που αγκάλιαζε τριγύρω όλο το κτίριο.
Σκέφτηκα ότι ήταν το μεγαλύτερο μπαλκόνι που είχα δεί στη ζωή μου και ένοιωσα πολύ άβολα.
Πάντοτε ένοιωθα άβολα στις μεγάλες άπλες, και πάντοτε έψαχνα μιά γωνίτσα να χώνομαι και να παρατηρώ τον κόσμο που περπατούσε απο κάτω, ξεμυτίζοντας απο τα κάγκελα του παλιού μας σπιτιού.
Στάθηκα στη νότια κουπαστή και κοίταξα προσπαθώντας να διακρίνω τα φώτα της εθνικής οδού.
Είχε σουρουπώσει.
Είχα πολλά χρόνια να δώ τα χρώματα του ορίζοντα να μπλαβίζουν, καθώς χανόταν ο τελευταίος ήλιος στην άλλη γωνιά της γής.
Μαζί με τη δροσιά του αποχείμωνου που ξύριζε το μοναδικό ξεχασμένο πρόσωπο του μπαλκονιού, μία εικόνα αποτυπώθηκε στο μυαλό μου, σα νοσταλγία θα τό λεγες, μπορεί και μελαγχολία, μπορεί και τίποτα απο αυτά, απλά έναν αποχαιρετισμό μιάς μέρας και την υποδοχή μιάς νύχτας -της αδερφής της.
Μου φάνηκε ότι κάποιο τέλος ήρθε. Και μπήκα ξανά μέσα.
Δε σκέφτηκα άλλο τον ουρανό, ούτε τα συννεφάκια που έκανε η ανάσα μου, μερικές στιγμές νωρίτερα.
Καβάλησα βιαστικά τη μηχανή και εντελώς μηχανικά πήρα το δρόμο για το σπίτι.
Ολα στη θέση τους, άσχημα και ψυχρά, πρόσωπα αλλοδαπών, άλλες γλώσσες, βιασύνη και αποστροφή στο βλέμμα, περίεργοι και αδιάφοροι άνθρωποι, το γκρίζο πιό μαύρο απ όσο συνήθως, φοβήθηκα ομολογώ, τις σκιές και τους ήχους.
Κλείδωσα και ανέβηκα πάνω χωρίς να κοιτάξω γύρω, χωρίς να χαιρετήσω τη δίτροχη συντροφιά. Είναι κακή η διάθεση μου απόψε.
Ξανά σκιές, ξανά τριγμοί και ήχοι, ξανά κιτρίνισαν οι τοίχοι και ρουφάνε τη μουσική που βάζω να ξεσκάσω λιγάκι, να ζεσταθώ.
Ναπολιτάνικες καντσονέτες και τραγούδια έρωτα και απελπισίας, που κανείς δεν εκτιμά σ΄αυτή την πολυκατοικία, αν καταλαβαίνω καλά απο τα χτυπήματα στο ταβάνι μου απο το πάνω διαμέρισμα.
Άθλιοι.
Είμαι τόσο μόνος απόψε. Και φοβάμαι τόσο πολύ.
Νομίζω ότι σήμερα είδα την άνοιξη να έρχεται, έστω κι απο μακριά, και της το είπα.
Της έστειλα μήνυμα και χάρηκε πολύ. Δεν ήταν δίπλα μου, ούτε τώρα είναι.
Έχω αρχίσει να αγριεύομαι, και δε μου αρέσει καθόλου.
Τώρα δεν ακούγεται απολύτως τίποτα, κι εγώ κρατώ την ανάσα μου καθώς πίνω το τελευταίο τσάι απο τη μικρή τσαγιέρα μου.
Είμαι αμπαρωμένος σε μιά γωνίτσα -ποτέ δε μου άρεσαν οι άπλες, οι ανοιχτοί χώροι, με κάνουν να αισθάνομαι αμήχανα, ελεύθερος δεν είμαι ο εαυτός μου.
Ενώ κρυμμένος στον 4ο όροφο μου, ήρεμος και νηφάλιος, έχω το χρόνο να σκεφτώ και να προγραμματίσω την επόμενη μου μέρα.
Τι ώρα θα σηκωθώ, τι θα φάω, και πώς θα πώ καλημέρα στους συναδέλφους μου.
Τελείωσε και το τσάι και δίψασα. Θέλω να πάρω και λίγο αέρα.
Άστο καλύτερα, είναι αργά.
Κολλάω το μούτρο μου στη χαραμάδα του παραθύρου της κουζίνας, αυτό που βλέπει στον ακάλυπτο και την απέναντι πολυκατοικία.
Τα φώτα της Βουλγάρας είναι πάντοτε ανοιχτά αυτή την ώρα.
Μπορεί να την πετύχω με τη νυχτικιά και να την πάρω μάτι, όπως συνέβη τις προάλες, όμως αυτή τη βρώμικη σκέψη, τη συνομωτική, την έχω κρύψει απ όλους, ανήκει μόνο σε μένα, την ώρα που τριγύρω τα γκρίζα γίνονται πιό μαύρα και η ανατριχίλα της νύχτας κατεβαίνει με τη μορφή της υγρασίας στο δικό μου μπαλκόνι.
Μου έστειλε μήνυμα για καληνύχτα.
Είναι κάπου μακριά -ποιός ξέρει που- κουκουλωμένη μέχρι τ αυτιά της και προσπαθεί να κοιμηθεί. Κι εγώ ξαγρυπνώ μόνος.
Δεν είναι εδώ. Και φοβάμαι.
Η μάνα μου ακούστηκε απόμακρη στο τηλέφωνο, την αδερφή μου τη βλέπω σπάνια πιά, οι φίλοι έχουνε γίνει νοικοκύρηδες, κι εγώ νομίζω ότι αυτή η άνοιξη είναι το μεγαλύτερο σιωπηλό μαρτύριο που πρέπει να περάσω, μέχρι να βγώ στην άλλη μεριά -αν βγώ- και να τραβήξω το δικό μου δρόμο.
Μπορεί όλα να πάνε καλά, μπορεί και όχι.
Η ασφάλεια και η θαλπωρή -η ψευδαίσθηση της ευτυχίας που αντλεί κανείς απο τη ζεστασιά των άλλων, έχει δώσει τη θέση της στα ερωτηματικά, την αμφιβολία, το άγχος -σαν να περπατάς εδώ απο κάτω στο πεζοδρόμιο, κοιτώντας λοξά πίσω σου, μήπως προλάβεις τον κλέφτη που θέλει να σου τη φέρει στα σκοτεινά, και τελικά χωρίς να συμβαίνει τίποτα να τρέχεις σαν τον τρελό, μονάχος σου, προς τα κάπου, που σου φαίνεται ότι θα είσαι καλά -σε μιά γωνιά -ας πούμε- για να κατασκοπεύεις την ευτυχία, τη δυστυχία, τη γύμνια και τη ζωή των άλλων, κλεισμένος μέσα στους τοίχους, που καταπίνουν σαν σφουγγάρια τους ψυχικούς σου υδρατμούς, κρύους και ζεστούς, απο θυμό η από ανασφάλεια.
Τοίχους που ιδρώνουν και στάζουν, και γίνονται πάνω τους στάμπες, σαν από αναμνήσεις, σαν από περασμένες εποχές.
Άθλιοι.
Ήταν 12 το βράδυ και είχα γυρίσει σπίτι μου, στο κέντρο της Αθήνας.
Βγήκα στο μπαλκόνι μου, ένα τόσο δα μπαλκόνι, ανάμεσα σε άλλα χιλιάδες, και σε ταράτσες, και σε πολυκατοικίες τριγύρω μου.
Στάθηκα για λίγο στην κουπαστή, και γύρισα το πρόσωπο μου προς το βραδινό αεράκι.
Μου ήρθε να κάνω εμετό και γύρισα μέσα.
Τελικά η άνοιξη θα έρθει άυριο για τα καλά.